1. Εισαγωγή

Πριν αναφερθούμε στα «επιτεύγματα» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) αξίζει να γίνει μια αναφορά για το πως δημιουργήθηκε. Τόσο το ΔΝΤ όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα ιδρύθηκαν έπειτα από τη Σύνοδο του Bretton- Woods και της ομώνυμης συμφωνίας που υπογράφηκε το 1944 λίγο πριν τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ 45 συμμαχικών κρατών προέβλεπε τη δημιουργία:

  • Του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της GATT (συμφωνία για το παγκόσμιο εμπόριο)
  • Ενός συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που έγινε γνωστό ως το σύστημα του Bretton Woods. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό κάθε χώρα που συμμετείχε αναλάμβανε την υποχρέωση να ασκήσει τέτοια νομισματική πολιτική που να διατηρεί την συναλλαγματική της ισοτιμία σταθερή σε μια καθορισμένη τιμή (+/- 1%), σε σχέση με τον χρυσό. Σκοπός της δημιουργίας αυτού του συστήματος ήταν η ύπαρξη ενός ομαλού και προβλέψιμου διεθνούς κλίματος συναλλαγών ανάμεσα στις συμμετέχουσες χώρες, που θα διέπονταν από συγκεκριμένους κανόνες, με περιορισμό των ελέγχων, και την επίτευξη της μετατρεψιμότητας των νομισμάτων όλων των χωρών που συμμετείχαν στο σύστημα του Bretton Woods, μέσω των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών[1].

Στην ουσία η διαμόρφωση ενός συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, την περίοδο εκείνη, αντανακλούσε και τον υπό διαμόρφωση νέο συσχετισμό δύναμης μεταξύ των μελλοντικών νικητών του πολέμου, με τον προεξέχοντα ρόλο του ρυθμιστή να δίνεται στις ΗΠΑ. Το 1967 το «σύστημα Bretton Woods» αντιμετωπίζει τα πρώτα προβλήματα, με σοβαρότερη έκφραση της κρίσης να είναι η μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού. Μερικά χρόνια αργότερα ξεσπάει η μεγάλη πετρελαϊκή κρίση αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο υψηλός πληθωρισμός σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες που έφτασε ακόμα και μέχρι το 20-25%. Η κρίση αυτή οδήγησε στην κατάρρευση του «συστήματος Bretton Woods» και άρχισε η σταδιακή αποσύνδεση των νομισμάτων από το χρυσό. Από το 1976 μέχρι σήμερα ισχύει το σύστημα των κυμαινόμενων ισοτιμιών.

  1. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (το σημερινό Συμμαχικό Ταμείο της Δήλου)

Στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο εδρεύει στην Ουάσιγκτον, συμμετέχουν 186 χώρες και η δομή του είναι τέτοια που δίνει στις οικονομικά ισχυρότερες χώρες μεγαλύτερη επιρροή, αφού συνήθως το ΔΝΤ επιβάλλει τα συμφέροντα του Λευκού Οίκου, των G20 και των πολυεθνικών σε όλο τον πλανήτη. Η συμμετοχή, και στην ουσία η επιρροή, μιας χώρας στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων εξαρτάται από το μερίδιό της στα κεφάλαια του ταμείου. Στον επόμενο πίνακα παρουσιάζονται οι χώρες με τα μεγαλύτερα μερίδια και η Ελλάδα.

Πίνακας 1- Μερίδια Ψήφου στο ΔΝΤ (2007)

Χώρες-μέλη Μερίδια Ψήφου
Η.Π.Α. 16,77%
Ιαπωνία 6,02%
Γερμανία 5,88%
Γαλλία 4,86%
Μ. Βρετανία 4,86%
Κίνα 3,66%
………………………………… ……………………..
Ελλάδα 0,38%

Πηγή: IMF 2007

Πόροι του ΔΝΤ

Πρωτίστως την χρηματοδότηση του ταμείου, η οποία στηρίζεται στην καταβολή χρυσού και χρηματικών ποσών από όλα τα κράτη- μέλη, την αναλαμβάνουν τα ισχυρότερα κράτη τα οποία αποφασίζουν για τους όρους που θα τεθούν στη δανειζόμενη χώρα. Επίσης, το ΔΝΤ έχει έσοδα από τα δάνεια που παρέχει και στις εγγραφές των χωρών που γίνονται μέλη του, ενώ έχει στη διάθεσή του μια σχετικά μεγάλη ποσότητα χρυσού τέτοια που το καθιστούν τον τρίτο μεγαλύτερο κάτοχο χρυσού στον κόσμο. Το ΔΝΤ έχει 103,4 εκατομμύρια ουγκιές χρυσού, αξίας περίπου 83 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τα τέλη Αυγούστου 2009. Η πληρωμή των εισφορών και των επιστροφών προς το ΔΝΤ από τα μέλη του αποτελούν άλλες πηγές εσόδων[2].  Έτσι το ΔΝΤ απέκτησε επιπλέον 403,3 τόνους χρυσού.

Επιπλέον, το διοικητικό συμβούλιο των Διοικητών του ΔΝΤ ενέκρινε μια νέα δέσμη μέτρων για τον τερματισμό του ΔΝΤ υπερβολική εξάρτηση από το εισόδημα -δανεισμό. Για παράδειγμα, η Γερμανική Κεντρική Τράπεζα (Bundesbank) θα χρηματοδοτήσει το ΔΝΤ με 15 δις Ευρώ, η Ευρωπαϊκή Ένωση με 75 δισ. ευρώ, ενώ η κινεζική κυβέρνηση συμφώνησε να προχωρήσει στην αγορά ομολόγων του ΔΝΤ αξίας 50 δισ. δολαρίων[3]. Οι ηγέτες του G20 δεσμεύτηκαν να διαθέσουν στο ΔΝΤ 500 δισ. δολάρια, αυξάνοντας έτσι τους πόρους του σε 750 δισ. δολάρια, ενώ συμφώνησαν να αυξήσουν κατά 250 δισ. δολάρια το όριο της διευκόλυνσης υπερανάληψης που παρέχει το ΔΝΤ σε χώρες μέλη που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

Τρόπος Λειτουργίας του ΔΝΤ-Παραδείγματα επέμβασης του ΔΝΤ

Αρχικά το ΔΝΤ όταν μία χώρα-μέλος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αυτόματα παρείχε τις ζητούμενες πιστώσεις. Μετά τον πόλεμο της Κορέας όμως, η μεγάλη αύξηση των ενεργειακών τιμών δημιούργησε κρίση στα ισοζύγια πληρωμών πολλών χωρών. Παράλληλα, έπαψαν να χορηγούνται «εφάπαξ» πιστώσεις, δηλαδή η συνολική χρηματοδότηση δίνονταν με δόσεις, οι οποίες εξαρτιόταν από τη λήψη των μέτρων και από τα αποτελέσματα τους στην οικονομία της εκάστοτε χώρας. Μέχρι το 1977, οι πιστωτές του ΔΝΤ ήταν τόσο οι αναπτυσσόμενες χώρες, όσο και οι βιομηχανικές (π.χ. Βρετανία). Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο «εισάγεται» η «εξάρτηση»[4] – δηλαδή, τα κράτη δεν είχαν πλέον το δικαίωμα να ζητήσουν πιστώσεις από το ΔΝΤ, αν δεν τις συνέδεαν με την σαφή ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων, όπως για παράδειγμα την «απελευθέρωση» των συναλλαγματικών ελέγχων και την εξουδετέρωση των εμπορικών περιορισμών.

Έως τότε η «εξάρτηση» δεν χρησιμοποιούνταν για τις αναπτυγμένες χώρες. Το γεγονός όμως αυτό άλλαξε μετά την πολλαπλή υποτίμηση της Στερλίνας, όπου για πρώτη φορά το ΔΝΤ συνέδεσε την παροχή δανείου σε μια αναπτυγμένη χώρα με την περιστολή των δημοσίων δαπανών της. Από τη στιγμή εκείνη και μετά το ΔΝΤ θεωρήθηκε σαν η τελευταία λύση για την αναζήτηση πιστώσεων, επειδή σήμαινε αυτόματα την ανάμιξη μίας χώρας (κυρίως των Η.Π.Α.) στα εσωτερικά ζητήματα κάποια άλλης (απώλεια της Εθνικής κυριαρχίας). Έκτοτε έπαψαν να αιτούνται τη βοήθεια του οι βιομηχανικές χώρες, οι οποίες δεν ήθελαν προφανώς την ανάμιξη των Η.Π.Α. στα εσωτερικά τους θέματα. Σύμφωνα δε με τον J. Stiglitz: «Ο οργανισμός αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός επιβολής της «Αμερικανικής συναίνεσης».

Το ΔΝΤ δεν έχει σκοπό να στηρίξει τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή αυτές που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, αλλά να διασφαλίσει τις επενδύσεις που θα πραγματοποιήσουν οι μεγάλες επιχειρήσεις και κράτη, τα χρήματα των πιστωτών που θα χορηγήσουν τα δάνεια και να αποδιαρθρώσουν τα κοινωνικά συστήματα και τις όποιες εργασιακές κατακτήσεις υπάρχουν. Οι δανειοδοτήσεις του συνήθως προϋποθέτουν δυσβάσταχτους όρους μεταξύ των οποίων είναι:

  • η υποτίμηση των εθνικών νομισμάτων,
  • η εκμετάλλευση των φυσικών, και άλλων, πόρων από πολυεθνικές που το συνοδεύουν[5],
  • διαρθρωτικές αλλαγές όπως είναι η απελευθέρωση αγορών (κυρίως της χρηματοπιστωτικής), οι ιδιωτικοποιήσεις «κοινωφελών» δημοσίων επιχειρήσεων (κυρίως των τραπεζών, της ύδρευσης, του ηλεκτρισμού και της επικοινωνίας – προφανώς λοιπόν των εξαιρετικά κερδοφόρων μονοπωλιακών), ο περιορισμός των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, του πληθωρισμού αλλά και των κοινωνικών δαπανών (υγεία, εκπαίδευση),
  • το πάγωμα των μισθών και η κατάργηση των όποιων δικαιωμάτων υπάρχουν,
  • μαζικές απολύσεις ορισμένων «ομάδων» εργαζομένων.

Κάθε φορά που ένας υπουργός κάποιας χώρας πηγαίνει στην Ουάσινγκτον, για να ζητήσει «γονυπετής» την καθυστέρηση της πληρωμής κάποιας δόσης δανείου, οι «γύπες» του ΔΝΤ αποσπούν κάποια βιομηχανία από τον ιδιωτικό ή από το δημόσιο τομέα της. Η μέθοδος είναι πάντοτε η ίδια: Το ΔΝΤ απαιτεί (και επιβάλλει) την πώληση μίας εταιρείας ενός κερδοφόρου τομέα της χώρας, σε μία πολυεθνική επιχείρηση αφήνοντας τελικά στο κράτος όλες τις ζημιογόνες, γεγονός που φυσικά το οδηγεί στην υποδούλωση και εξαθλίωση των πολιτών του. Ας δούμε τώρα τα αποτελέσματα της δράσης του.

  1. Τι έγινε στις χώρες που δανείστηκαν από το ΔΝΤ

Ένα πρώτο «θύμα» της κρίσης του 1972-1974 ήταν η Βρετανία, αφού οι τιμές των μετοχών στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου σημειώνουν «βουτιά» κατά 2 δισεκατομμύρια στερλίνες μετά την απόφαση των χωρών- μελών του ΟΠΕΚ να μειώσουν την παραγωγή πετρελαίου κατά 5%, να αυξήσουν την τιμή του (από τα 3 δολάρια το βαρέλι το 1973 σε 20 δολάρια το Μάρτιο του 1974) και να αποσύρουν τις μετοχές τους από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, ως μοχλό πίεσης προς τους Αμερικανούς και τους Ολλανδούς που υποστήριζαν ανοιχτά το Ισραήλ στον πόλεμο του Γιομ- Κιπούρ. Η κυβέρνηση των Εργατικών προχώρησε στην ταπεινωτική κίνηση της προσφυγής στο ΔΝΤ, που μέχρι τότε «βοηθούσε» οικονομικά μόνο χώρες του τρίτου κόσμου, ζητώντας δάνειο 2,3 δισ. στερλινών, ενώ το ΔΝΤ απαίτησε από το Λονδίνο επώδυνες περικοπές κρατικών δαπανών και τον περιορισμό του ελέγχου των εισαγωγών[6].

Μια ακόμα κρίση λαμβάνει χώρα το 1995 που έμεινε γνωστή ως το «Φαινόμενο της τεκίλας». Στις 30 Ιανουαρίου, οι σημαντικότεροι τραπεζίτες του κόσμου βρίσκονταν στο Νταβός της Ελβετίας για το Παγκόσμιο Οικονομικό Συνέδριο. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρισκόταν η κρίση του μεξικανικού πέσο, το οποίο είχε χάσει το 40% της αξίας του έναντι του δολαρίου μέσα σ’ ένα μήνα εξαιτίας της διαφυγής κεφαλαίων από τη χώρα. Το Μεξικό θα έπρεπε να επιστρέψει μέσα σε λίγες μέρες το ποσό των 18 δις δολαρίων, διαφορετικά η αδυναμία εξόφλησης των χρεών θα ζημίωνε τη χώρα τους αλλά κυρίως τις ΗΠΑ. Στις 3 Φεβρουαρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, σε συνεργασία με το ΔΝΤ παρεμβαίνει και εξασφαλίζει διεθνή χρηματοδότηση ύψους 50 δις δολαρίων για λογαριασμό του Μεξικού. Τα αποτελέσματα των όρων που τέθηκαν στο Μεξικό ήταν, ο αριθμός των Μεξικανών που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας να ξεπεράσει το 50% και ο κατώτατος μισθός να μειωθεί κατά 20%.

Η κρίση του 1997-1998 ξεκίνησε από τη Νοτιοανατολική Ασία και έπληξε και την Wall Street. Χώρες όπως η Ταϊλάνδη, η Μαλαισία, οι Φιλιππίνες και η Ινδονησία γνώρισαν μια ραγδαία ανάπτυξη, χάρη στις επενδύσεις ιαπωνικών και αμερικανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Οι ξένοι επενδυτές δεν ανησυχούσαν για τα κέρδη τους, καθώς τα τοπικά νομίσματα ήταν προσκολλημένα στο δολάριο. Όμως οι κυβερνήσεις των ασιατικών χωρών δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν περισσότερο τη συναλλαγματική ισοτιμία με το δολάριο λόγω του ξέφρενου ρυθμού επενδύσεων και των ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό τους. Η απόφαση να εγκαταλειφθεί η συναλλαγματική ισοτιμία με το αμερικανικό νόμισμα προκάλεσε πτώση στα χρηματιστήρια και στις τιμές των ανθηρών μέχρι τότε οικοδομικών επιχειρήσεων.Tο ΔΝΤ παρεμβαίνει δίνοντας δάνεια 55 δισ. δολαρίων στην Κορέα, 17 δισ. στην Ταϊλάνδη και 23 δισ. στην Ινδονησία. Πρόκειται για την μεγαλύτερη «διάσωση» του ΔΝΤ και συνοδεύεται από το πρόγραμμα που έμεινε γνωστό ως SAP (structural adjustment policies). Εξαιτίας του προγράμματος SAP επιβάλλονται μέτρα λιτότητας όπως η περικοπή των κρατικών δαπανών, η αύξηση των επιτοκίων, η αναδιάρθρωση του χρηματοοικονομικού συστήματος, η ανάκληση αποφάσεων για την προστασία του εμπορίου και η ρευστοποίηση αφερέγγυων επιχειρήσεων. Η «αποτελεσματική» επίδραση του προγράμματος δεν άργησε να φανεί αφού προκλήθηκε υποτίμηση των νομισμάτων, κύμα χρεοκοπιών, δραματική απώλεια θέσεων εργασίας και αύξηση των τιμών στα είδη καθημερινής χρήσης, που συνοδεύτηκαν από κοινωνικές εκρήξεις και αναταραχές.
Η Αργεντινή ήταν την δεκαετία του ’90 χώρα πρότυπο για τους απολογητές του καπιταλισμού όσον αφορά στον περιορισμό των χρεών και των ελλειμμάτων. Παρόλα αυτά στα τέλη του 2000 και υπό την απειλή χρεοκοπίας, εξασφαλίζει δάνειο 40 δισ. δολαρίων από το ΔΝΤ[7]. Η διαχείριση της κρίσης εκ μέρους του οργανισμού θεωρείται αποτυχημένη, κυρίως γιατί επέβαλε τους ίδιους όρους λιτότητας που είχαν χρησιμοποιηθεί και κατά την ασιατική κρίση του ’97. Το 2001 η χώρα δεν αποφεύγει τη χρεοκοπία και το τραπεζικό της σύστημα καταρρέει. Ακολουθούν τρία χρόνια οικονομικής συρρίκνωσης και πολιτικής κρίσης που συνοδεύονται από τους μεγαλειώδεις αγώνες των εργαζομένων που αποτελούν ένα καλό παράδειγμα και για εμάς σήμερα.

Με αφορμή την χρηματοπιστωτική κρίση η Ισλανδία το 2008 πήρε δάνειο 2,4 δισ. δολαρίων από το ΔΝΤ. Ο οργανισμός, όμως, καθυστέρησε την εκταμίευση των δόσεων σε μια εκβιαστική κίνηση με σκοπό να πιέσει τη χώρα να αποζημιώσει τη Βρετανία και την Ολλανδία για τα χρήματα που έχασαν οι πολίτες τους στις ισλανδικές τράπεζες. Παράλληλα, επέβαλλε σκληρούς όρους, όπως την μείωση κατά 10% των δαπανών όλων των υπουργείων και αύξηση των επιτοκίων. Το δημοψήφισμα που έγινε στην Ισλανδία πριν λίγο καιρό άφησε τους Βρετανούς και τους Ολλανδούς στα κρύα του λουτρού.

Εξαιτίας της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης η Ουγγαρία το 2008 δανείστηκε 16 δις δολλάρια από το ΔΝΤ, 8 δις από την Ευρωπαική Ένωση και 1 δις από την Παγκόσμια Τράπεζα. Στην Ουγγαρία, η αύξηση των επιτοκίων, η κατάργηση του 13ου μισθού στο δημόσιο, η μείωση της 13ης σύνταξης, σταδιακή αύξηση από το 2012 της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 έτη στα 65, αναπροσαρμογή των συντάξεων και περικοπή του δώρου Χριστουγέννων και η περικοπή των δαπανών των υπουργείων προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση ήταν μερικά από τα μέτρα που πήρε η Ουγγρική κυβέρνηση για να της χορηγηθεί το δάνειο. Λόγω της κρίσης και των μέτρων κατά το 2009 και σε σχέση με το 2008, οι πραγματικοί μισθοί έχουν μειωθεί κατά 2,1% με τις λιανικές πωλήσεις να κάμπτονται στην ίδια περίοδο κατά 4,7% και την συνολική κατανάλωση των νοικοκυριών να μειώνεται κατά 7% περίπου. Επίσης το 2009 όλοι οι τομείς παραγωγής της Ουγγαρίας παρουσίασαν κάμψη. Η βιομηχανική παραγωγή ήταν μειωμένη κατά 17% καθώς επίσης και η αγροτική κατά 17%.

Εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης το ΔΝΤ και ΕΕ αποφάσισαν να στηρίξουν από κοινού τη Λετονία που ήταν ένας από τους πρώτους «αδύναμους κρίκους» της «Νέας Ευρώπης»  με δάνειο 7,5 δισ. δολαρίων. Ενώ οι κινήσεις περικοπής δαπανών ικανοποίησαν τους Ευρωπαίους, το ΔΝΤ θεώρησε ότι η Λετονία δεν επιδεικνύει επαρκή πολιτική βούληση, με αποτέλεσμα να επιβάλει αυστηρότερους όρους. Τα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν είχαν σαν αποτέλεσμα να μειωθούν κατά 20% στους μισθούς των Λετονών δημοσίων υπαλλήλων (όταν ο υψηλότερος μισθός δεν ξεπερνά τα 300 δολάρια κατά μέσο όρο), ανάλογη περικοπή των συντάξεων αλλά και περικοπή κατά 40% των δαπανών για τα δημόσια νοσοκομεία. Επιπλέον, προκλήθηκε επιδείνωση της ύφεσης που έριξε το ΑΕΠ στο -18% (!!), ενώ η ανεργία εκτινάχθηκε στο 22,5% από 5,6% το 2007[8].

Η Σερβία το 2009, πήρε δάνειο 3 δισ. ευρώ για να ξεπεράσει την κρίση του 2008. Για να το εξασφαλίσει συμφώνησε σε σκληρούς όρους, όπως η απώλεια του 1/5 των 70.000 θέσεων εργασίας του δημοσίου τομέα και το πάγωμα των μισθών.

Οι όροι λιτότητας που επέβαλε στη Ρουμανία το ΔΝΤ για το δάνειο των 20 δισ. ευρώ, το 2009, έριξαν την κυβέρνηση της Ρουμανίας και το ΑΕΠ της κατά 7%. Η ροή της χρηματοδότησης άρχισε να αποκαθίσταται, μόνο μετά την απόφασης της νέας κυβέρνησης να εγκρίνει μέτρα όπως η σύνδεση των συντάξεων με τον πληθωρισμό, έναντι του μέσου όρου των μισθών, ενώ προχώρησε και σε 100.000 απολύσεις στον δημόσιο τομέα.
Τέλος, η Τουρκία έχει λάβει κατ’ επανάληψη δάνεια από το ΔΝΤ. Το 1999 4 δισ. δολάρια, το 2000 7,5 δισ. δολάρια, και για το 3ετές πρόγραμμα που συμφωνήθηκε το 2004 10 δισ. δολαρίων. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η εμπλοκή του στην οικονομία της Τουρκίας έχει στεφθεί από επιτυχία, όμως, εξαιτίας των αυστηρών όρων που θέτει, αποτελεί «κόκκινο πανί» για τους Τούρκους, με αποτέλεσμα οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά του οργανισμού να αποτελούν συχνό φαινόμενο.

Πηγές:

1)      http://thesprotia-news.blogspot.com/

2)      http://www1.rizospastis.gr/

3)      http://www.wikipedia.org/

4)      www.imf.org

5)      www.worldbank.org

6)      http://www.worldbankcampaigneurope.org

7)      www.reuters.com

8)      www.kathimerini.gr

9)      www.tovima.gr

10)  http://www.stoppoverty.gr

11)  http://www.oxfam.org


[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι η «παρέμβαση» του κράτους αυτήν την περίοδο εμφανίζεται ισχυρότερη παρά ποτέ. Η συμφωνία, μεταξύ άλλων, προέβλεπε περιορισμούς στη βραχυπρόθεσμη κίνηση κερδοσκοπικών κεφαλαίων μεταξύ των χωρών, προκειμένου να υπάρχουν βαθμοί ελευθερίας των εθνικών νομισμάτων και των δημοσιονομικών αρχών στην άσκηση της οικονομικής τους πολιτικής

[2]Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, το 25 τοις εκατό των αρχικών εγγραφών ποσόστωσης των χωρών μελών και τις μετέπειτα αυξήσεις των ποσοστώσεων έπρεπε να καταβάλλεται σε χρυσό.

[3]Τα ομόλογα θα αποτιμώνται σε SDR, δηλαδή σε ένα σύνολο νομισμάτων των κρατών-μελών του οργανισμού. Κατά την τρέχουσα περίοδο ένα SDR αξίζει περίπου 1,56 δολάρια.

[4] Η «εξάρτηση» ήταν μία πρωτοβουλία των Η.Π.Α., η οποία στην αρχή δεν έγινε αποδεκτή από άλλα κράτη-μέλη, τα οποία είχαν την άποψη ότι οι ΔΝΤ-πιστώσεις ήταν δικαίωμα των μελών, σύμφωνα με την ιδρυτική συμφωνία του ΔΝΤ (Articles of Agreement). Εν τούτοις, ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του ΔΝΤ (Η.Π.Α.) έθετε πάντοτε βέτο, όταν οι αιτήσεις των κρατών-μελών για πίστωση δεν «συνέπλεαν» με την ιδέα της «εξάρτησης». Το γεγονός αυτό οδήγησε τα μέλη του ΔΝΤ να απευθύνονται κατ’ αρχήν στις Η.Π.Α. και όχι στο ΔΝΤ, όταν ήθελαν να ζητήσουν πιστώσεις. Έτσι, η αρχή της «εξάρτησης» ίσχυσε πρακτικά, παρά τις αντιρρήσεις πολλών κρατών-μελών του ΔΝΤ.

[5] Πρόσφατα ανακοινώθηκε ο δανεισμός 16 χωρών της Αφρικής (μεταξύ των οποίων είναι το Κονγκό, η Ακτή Ελεφαντοστού, το Μάλι, το Τόνγκο κ.α.) οι οποίες έχουν σημαντικά κοιτάσματα  χρυσού και διαμαντιών με την δικαιολογία ότι τα χρήματά αυτά θα βοηθήσουν στον περιορισμό τρομοκρατικών ενεργειών. Στην ουσία ενδιαφέρονται να βάλουν χέρι στις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους και να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη παραγωγή και εμπορία τους προς τις πλουσιότερες χώρες.

[6] Εκείνη την περίοδο, η βρετανική κυβέρνηση συζητούσε ακόμη και τη μείωση της εργάσιμης βδομάδας σε… τρεις μέρες, ενώ το BBC καλούσε τους Βρετανούς να κοιμούνται νωρίς! Σας θυμίζει κάτι?

[7]Η υπερχρέωση της χώρας ξεκίνησε στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1976-1983) του Χόρχε Ραφαέλ Βιντέλα, που ευθύνεται για το θάνατο 30 χιλιάδων πολιτικών του αντιπάλων – των περίφημων “desaparecidos” (εξαφανισμένων). Όπως αποδείχθηκε, οι 30 χιλιάδες εξαφανισμένοι είχαν απαχθεί και δολοφονηθεί από τα όργανα της δικτατορίας.

[8]Μάλιστα ένας Αμερικανός οικονομολόγος του αμερικάνικου Κέντρου για την Οικονομική Πολιτική, χαρακτήρισε σε άρθρο του στην εφημερίδα «Γκάρντιαν» την πολιτική της Λετονίας  «κτηνωδία σε στιλ 19ου αιώνα».